Η Ιστορία του Διαβήτη

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης αναγνωρίστηκε ως ασθένεια χιλιάδες χρόνια πριν από οποιαδήποτε θεραπευτική προσπάθεια. Κλινικά συμπτώματα, τα οποία έμοιαζαν με αυτά του Σακχαρώδους Διαβήτη είχαν περιγραφεί από τους Αρχαίους Αιγυπτίους το 1500 π.Χ., ενώ ο όρος “Διαβήτης” χρησιμοποιήθηκε από τον Αρεταίο της Καππαδοκίας (200 μ.Χ.), ο οποίος κατέγραψε αναλυτικά τη νόσο και τα συμπτώματα της.

Ο όρος “Σακχαρώδης” αποδόθηκε από τον Βρετανό Thomas Willis το 1675, ο οποίος παρατήρησε ότι τα ούρα και το αίμα των ασθενών είχαν γλυκιά γεύση, ενώ τo 1776 o Dobson απέδειξε τα ανεβασμένα επίπεδα γλυκόζης στα ούρα και στο αίμα.

ΔΙAΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣΗ εμφάνιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 και η αντιμετώπισή του διαχρονικά

04/05/17

Το 1857 ο Claude Bernard (Γαλλία) καθόρισε το ρόλο του ήπατος στη γλυκογένεση και την θεωρία ότι ο Διαβήτης οφείλεται στην αυξημένη παραγωγή γλυκόζης. Ο ρόλος του παγκρέατος στην παθογένεση του Διαβήτη προσδιορίστηκε από τους Mering and Minkowski (Αυστρία) το 1889.

Τα πρώτα 20 χρόνια του 20ου αιώνα οι επιστήμονες ερευνούσαν την υπόθεση της εσωτερικής έκκρισης του παγκρέατος, η απουσία της οποίας μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές στους πάσχοντες, οι οποίες αποκαλέστηκαν “Διαβήτης”.

Η μόνη διαθέσιμη “θεραπεία” για το Διαβήτη τότε ήταν η καθυστέρηση της εξέλιξής του μέσω της ασιτίας, η οποία οδηγούσε στο θάνατο των πασχόντων. Συνεπώς, ο Διαβήτης ήταν μια τρομακτική ασθένεια.

Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης;

Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) είναι μια νόσος που χαρακτηρίζεται από αύξηση του σακχάρου (γλυκόζης) στο αίμα, που κατά κύριο λόγο οφείλεται στην ελλιπή παραγωγή ινσουλίνης. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας. Ένας από τους κύριους ρόλους της είναι να βοηθάει το σάκχαρο του αίματος να εισέρχεται στα κύτταρα ώστε να χρησιμοποιηθεί ως “καύσιμο” για την παραγωγή ή την αποθήκευση ενέργειας. Υπάρχουν δυο βασικοί τύποι διαβήτη: Ο διαβήτης Τύπου 1 εμφανίζεται συνήθως σε νεαρά άτομα (αν και μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία). Χαρακτηρίζεται από καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν την ινσουλίνη, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η χορήγηση ινσουλίνης με ενέσεις για να μπορεί το άτομο να επιβιώσει. Ο διαβήτης Τύπου 2 αφορά κυρίως άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, συνήθως παχύσαρκα και συχνά υπάρχει κληρονομική προδιάθεση για την εμφάνισή του. Για τη θεραπεία του απαιτείται απώλεια βάρους (με σωστή διατροφή και άσκηση) και χορήγηση αρχικά δισκίων και σε προχωρημένα στάδια χορήγηση ινσουλίνης. Ο διαβήτης της κύησης είναι ουσιαστικά μια ειδική περίπτωση διαβήτη που παρουσιάζεται μόνο κατά τη διάρκεια της κύησης και κατά κανόνα υποχωρεί αμέσως μετά τον τοκετό. Αντιμετωπίζεται με δίαιτα και αν είναι απαραίτητο με ινσουλίνη, ενώ οι γυναίκες που παρουσιάζουν διαβήτη κύησης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν τύπου 2 διαβήτη σε μεγαλύτερη ηλικία. Ποια είναι τα κύρια συμπτώματα που μπορεί να παρουσιάζει κάποιος που πάσχει από διαβήτη; Ο διαβητικός ασθενής δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα κατά τα πρώτα στάδια της νόσου. Συμπτώματα παρουσιάζονται μόνο όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα φτάνουν σε πολύ ψηλά επίπεδα, και αυτό συνήθως συμβαίνει μετά από αρκετά χρόνια διαβήτη. Δυστυχώς πολλές φορές, ο ασθενής μαθαίνει πως πάσχει από διαβήτη όταν έχει εκδηλώσει ήδη επιπλοκές από αυτόν, για παράδειγμα μετά από ένα έμφραγμα. Τα κυριότερα συμπτώματα που εμφανίζονται σε προχωρημένα στάδια διαβήτη είναι τα λεγόμενα “3 π”:

      • πολυουρία (μεγαλύτερη παραγωγή ούρων)
      • πολυδιψία (αύξηση του αισθήματος της δίψας και της κατανάλωσης νερού)
      • πολυφαγία (ακούσια απώλεια βάρους παρά την αυξημένη όρεξη).

Τύποι Διαβήτη

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 

Παλαιότερα αποκαλούμενος ινσουλινοεξαρτώμενος ή νεανικός διαβήτης. Χαρακτηρίζεται από καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος, που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή ινσουλίνης, με αποτέλεσμα ολική έλλειψη ή ελάχιστη έκκριση ινσουλίνης. Η ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη είναι συνήθως φυσιολογική, ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια. Ο τύπος αυτός αποτελεί την κυριότερη αιτία διαβήτη σε παιδιά, μπορεί όμως να προσβάλλει και τους ενήλικες. Η καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτοάνοσης αιτιολογίας. Στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών με διαβήτη τύπου 1 ανιχνεύονται στην κυκλοφορία ένα ή περισσότερα είδη αυτοαντισωμάτων, οι ασθενείς δε αυτοί εμφανίζουν αυξημένη προδιάθεση και για άλλες αυτοάνοσες παθήσεις. Παρ’ όλα αυτά, σ’ ένα μικρό ποσοστό ασθενών με διαβήτη τύπου 1 δεν ανιχνεύονται αυτοαντισώματα, ο τύπος αυτός ονομάζεται ιδιοπαθής σακχαρώδης διαβήτης. Ο διαβήτης τύπου 1 εισβάλλει συνήθως απότομα και οδηγεί συχνά στην ανάπτυξη κέτωσης και διαβητικής κετοξέωσης εάν το έλλειμμα ινσουλίνης δεν καλυφθεί. Ο ασθενής είναι απόλυτα εξαρτημένος από την εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης προκειμένου τα επίπεδα σακχάρου του αίματος να διατηρηθούν σε φυσιολογικά επίπεδα.

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2

(παλαιότερα αποκαλούμενος μη ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης) Χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης και ελαττωμένης ευαισθησίας των κυττάρων στη δράση της (φαινόμενο που ονομάζεται ινσουλινοαντοχή). Στα πρώτα στάδια της νόσου, η ελαττωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη είναι η κύρια διαταραχή, ενώ τα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα είναι αυξημένα.

Ο διαβήτης τύπου 2 είναι η συχνότερη αιτία διαβήτη στους ενηλίκους. Σπουδαίος προδιαθεσικός παράγοντας για την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2 είναι η παχυσαρκία. Η παχυσαρκία προδιαθέτει στην ανάπτυξη ινσουλινοαντοχής πιθανόν λόγω της παραγωγής από το λιπώδη ιστό ουσιών που ελαττώνουν την ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη. Άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η ηλικία και το οικογενειακό ιστορικό.

Στον διαβήτη τύπου 2, τα συμπτώματα είναι πιο ήπια και η πιθανότητα εμφάνισης διαβητικής κετοξέωσης είναι μικρή. Παρ’ όλ’ αυτά, ο κίνδυνος απώτερων και σοβαρών επιπλοκών παραμένει υψηλός. Το πρώτο βήμα στη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 είναι η αλλαγή του τρόπου ζωής του ασθενούς, με στόχο την απώλεια βάρους, την αύξηση της σωματικής άσκησης και την υγιεινή διατροφή. Εάν κριθεί απαραίτητο, χρησιμοποιούνται αντιδιαβητικά φάρμακα. Στην περίπτωση που η θεραπεία αποτύχει, κρίνεται σκόπιμη η χορήγηση ινσουλίνης για τον έλεγχο και αυτών των ασθενών.

Διαβήτης της κύησης

Πρόκειται για την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. (δεν συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό γυναίκες με γνωστό διαβήτη πριν από την έναρξη της εγκυμοσύνης). Ο τύπος αυτός μοιάζει με το διαβήτη τύπου 2 ως προς το ότι χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη ελαττωμένη έκκριση ινσουλίνης και ελαττωμένη ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη. Παχύσαρκες γυναίκες είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν διαβήτη της κύησης. Ο τύπος αυτός διαβήτη αφορά στο 3-5% των κυήσεων. 30-40% των γυναικών με διαβήτη κύησης θα αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 αργότερα στη ζωή τους. Ο διαβήτης της κύησης είναι αναστρέψιμος και υποχωρεί μετά τον τοκετό, μπορεί όμως να προκαλέσει περιγεννητικές επιπλοκές και προβλήματα στην υγεία μητέρας και νεογνού.

Άλλοι τύποι διαβήτη

Σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να εμφανιστεί και στις ακόλουθες περιπτώσεις :

  • Γενετικά ελαττώματα των β-κυττάρων του παγκρέατος
  • Γενετικό ελάττωμα της δράσης της ινσουλίνης
  • Νόσοι του παγκρέατος
  • Ορμονικές διαταραχές και ενδοκρινικά νοσήματα
  • Διαβήτης λόγω λήψης φαρμάκων

Συμπτώματα σακχαρώδη διαβήτη

Στα αρχικά στάδιά της η νόσος μπορεί να είναι εντελώς ασυμπτωματική και συνεπώς ο ασθενής μπορεί να μην γνωρίζει ότι πάσχει. Παρόλα αυτά οι επιπλοκές του διαβήτη (αναφέρονται παρακάτω) εξελίσσονται από αυτά τα στάδια και πολλές φορές αποτελούν αυτές τις πρώτες εκδηλώσεις της νόσου. Τα συμπτώματα του ΣΔ που αφορούν τις αυξημένες τιμές σακχάρου στο αίμα είναι:

      • Πολυουρία
      • Πολυδιψία
      • Ξηροστομία
      • Πολυφαγία
      • Απώλεια βάρους
      • Θάμβος όρασης
      • Κόπωση

Επιπλοκές σακχαρώδη διαβήτη

Οι επιπλοκές του ΣΔ διακρίνονται σε άμεσες και απώτερες. Οι άμεσες επιπλοκές είναι το διαβητικό κώμα και η υπογλυκαιμία και μπορούν να θέσουν σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του ασθενή. Από την άλλη μεριά οι απώτερες επιπλοκές έχουν βραδύτερη εξέλιξη αλλά αποτελούν σοβαρούς παράγοντες νοσηρότητας και θνησιμότητας των διαβητικών ασθενών επηρεάζοντας και την ποιότητα της ζωής τους. Οι απώτερες επιπλοκές είναι:

  • Παθήσεις της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων όπως στεφανιαία νόσος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο είναι συχνότερες σε άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Αυτές οι επιπλοκές αποτελούν την κύρια αιτία θανάτων αλλά και νοσηλείας ατόμων με ΣΔ τύπου ΙΙ. Όλοι οι ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη πρέπει να ελέγχονται με καρδιογράφημα κάθε χρόνο, ενώ αν έχουν συμπτώματα που υποδηλώνουν καρδιακές παθήσεις (πόνος στο στήθος ή στο επιγάστριο, δύσπνοια, οιδήματα κάτω άκρων) πρέπει να υποβάλλονται σε πιο ειδικές εξετάσεις και να έχουν τακτική καρδιολογική παρακολούθηση.
  • Παθήσεις των νεφρών. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο διαβήτης αποτελεί την κύρια αιτία εμφάνισης νεφρικής ανεπάρκειας. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας στα πλαίσια της παρακολούθησης του διαβήτη. Απλές αιματολογικές εξετάσεις (ουρία, κρεατινίνη) αλλά και συλλογή ούρων 24ώρου για προσδιορισμό λευκώματος είναι επαρκείς.
  • Παθήσεις στα μάτια. Οι ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να υποβάλλονται σε ετήσιο προληπτικό οφθαλμολογικό έλεγχο για έλεγχο των επιπλοκών όπως η αμφιβληστροειδοπάθεια, ο καταρράκτης και το γλαύκωμα. Η παρουσία ΣΔ αυξάνει τον κίνδυνο τύφλωσης κατά 25 φορές.
  • Περιφερική αγγειοπάθεια και νευροπάθεια. Ο διαβήτης προκαλεί βλάβες στα περιφερικά αγγεία και νεύρα προκαλώντας καυστικό πόνο στα πόδια (κυρίως τη νύχτα), μειωμένη αισθητικότητα, διαλείπουσα χωλότητα (πόνος στις γάμπες κατά το περπάτημα που βελτιώνεται με την ανάπαυση) και έλκη που δύσκολα επουλώνονται. Αποτέλεσμα τον παραπάνω είναι μειωμένη ποιότητα ζωή αλλά και ενδεχόμενοι ακρωτηριασμοί των κάτω άκρων. Πρέπει να τονιστεί η αξία του τακτικού ελέγχου και της φροντίδας των ποδιών σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού.
  • Προδιάθεση για λοιμώξεις. Έχει αποδειχθεί ότι ο διαβήτης μειώνει την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε ιούς και μικρόβια. Στα άτομα αυτά είναι απαραίτητος ο προληπτικός εμβολιασμός (γρίπη, πνευμονιόκοκκος) για πρόληψη σοβαρών λοιμώξεων όπως πνευμονία και μηνιγγίτιδα.

Για τους λόγους αυτούς οι ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη χρειάζονται τακτική παρακολούθηση από ειδικό και για την επίτευξη γλυκαιμικής ρύθμισης αλλά και την πρόληψη και αντιμετώπιση των επιπλοκών της νόσου.

Διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη

Σημαντική εκτός από την τακτική παρακολούθηση είναι και η έγκαιρη διάγνωση του διαβήτη. Έχει αποδειχθεί ότι οι πρώιμες παρεμβάσεις μειώνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης επιπλοκών και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Η διάγνωση του ΣΔ τίθεται όταν:

  • Ο ασθενής έχει συμπτώματα (πολυουρία, πολυδιψία, απώλεια βάρους) και τιμή σακχάρου στο αίμα ίση ή μεγαλύτερη από 200 mg/dl ή
  • Σάκχαρο αίματος μετά 8 ώρες νηστεία ίσο ή μεγαλύτερο από 126 mg/dl ή
  • Σάκχαρο αίματος 2 ώρες μετά λήψη 75γρ γλυκόζης (καμπύλη σακχάρου) ίσο ή μεγαλύτερο από 200 mg/dl
  • Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται στο εξωτερικό η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στη διάγνωση του ΣΔ. Έτσι τιμές μεγαλύτερες από 6.5 θεωρούνται διαγνωστικές της νόσου. Στις οδηγίες της ελληνικής διαβητολογικής εταιρείας δεν περιλαμβάνεται αυτή η δοκιμασία στα διαγνωστικά κριτήρια του διαβήτη και έτσι μόνο ως ενδεικτική μπορεί να χρησιμοποιείται.

Προσυμπτωματικός έλεγχος ασθενών

Ορισμένα άτομα έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διαβήτη και πρέπει να υποβάλλονται σε προσυμπτωματικό έλεγχο ο οποίος περιλαμβάνει μέτρηση γλυκόζης νηστείας.

Τα άτομα αυτά είναι:

  • Άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 45 ετών
  • Κεντρικού τύπου παχυσαρκία, δηλαδή άνδρες με περιφέρεια μέσης μεγαλύτερη των 102 εκατοστών ή γυναίκες με περιφέρεια μέσης μεγαλύτερη των 88 εκατοστών
  • Άτομα με δείκτη μάζας σώματος μεγαλύτερο από 30
  • Ιστορικό διαβήτη στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον
  • Διαβήτης της κύησης ή γέννηση παιδιών με βάρος μεγαλύτερο από 4 κιλά
  • Υπέρταση ή καρδιαγγειακή νόσος
  • Πολυκυστικές ωοθήκες
  • Λήψη φαρμάκων που προκαλούν διαβήτη (π.χ. κορτιζόνη).

Πρόληψη του σακχαρώδη διαβήτη

Εξίσου σημαντική με την διάγνωση και αντιμετώπιση είναι και η πρόληψη του ΣΔ με τις έγκαιρες παρεμβάσεις σε παράγοντες κινδύνου όπως η κακή διατροφή, η παχυσαρκία και η καθιστική ζωή
Διατροφή και διατήρηση του σωματικού βάρους σε φυσιολογικά επίπεδα

Η κακή διατροφή αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση ΣΔ. Διατροφή πλούσια σε λιπαρά προδιαθέτει σε παχυσαρκία η οποία συνδέεται με την ινσουλινοαντίσταση και την ανάπτυξη ΣΔ τύπου ΙΙ.

Η μεσογειακή διατροφή αποτελεί την ενδεδειγμένη δίαιτα για την πρόληψη των καρδιαγγειακών επεισοδίων (αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, στεφανιαία νόσος, περιφερική αγγειοπάθεια), της παχυσαρκίας και του ΣΔ τύπου ΙΙ. Η δίαιτα αυτή έχει ως βάση το ελαιόλαδο, και αποτελείται από τροφές με χαμηλά λιπαρά και πλούσιες σε φυτικές ίνες όπως φρέσκα φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης. Αντίθετα θα πρέπει να αποφεύγονται τροφές που περιέχουν κορεσμένα λιπαρά οξέα όπως κόκκινα κρέατα, αλλαντικά, βούτυρα και μαργαρίνες, κίτρινα τυριά και έτοιμες τροφές όπως χάρμπουργκερ, έτοιμα προϊόντα σφολιάτας, προμαγειρεμένα φαγητά και τροφές τηγανισμένες σε φοινικέλαιο.
Σημαντική είναι και η κατανομή των θερμίδων ομοιόμορφα κατά τη διάρκεια της ημέρας σε γεύματα και γευματίδια (πρωινό, δεκατιανό, μεσημεριανό, απογευματινό, βραδυνό) και πρέπει να τονίζεται έναντι του ενός πλούσιου γεύματος την ημέρα που προτείνεται από το σύγχρονο τρόπο ζωής.

Άσκηση
Ο συνδυασμός υγιεινής διατροφής και άσκησης αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο στην διατήρηση καλής σωματικής υγείας και προστασίας από την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Συστήνεται μέτριας έντασης αεροβική άσκηση (ποδηλασία, γρήγορο περπάτημα, κολύμβηση) για 20 – 30 λεπτά, 4 ή 5 φορές την εβδομάδα. Είναι χρήσιμη η επικοινωνία με τον προσωπικό γιατρό για την ένταση και τη διάρκεια της άσκησης για άτομα μεγαλύτερα των 40 ετών καθώς και αυτά που πάσχουν από κάποιο νόσημα.

Πώς αντιμετωπίζεται ο διαβήτης;

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια εξελικτική νόσος που δεν θεραπεύεται ποτέ πλήρως με τα σημερινά μέσα αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί πολύ καλά με σκοπό την αποφυγή των επιπλοκών της νόσου. Για την αντιμετώπιση του διαβήτη χρειάζεται πρωτίστως συνεχής παρακολούθηση από εξειδικευμένη ομάδα επαγγελματιών υγείας που θα πρέπει απαραίτητα να περιλαμβάνει ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, ανάλογα με την βαρύτητα και τις επιπλοκές της νόσου αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και άλλους επαγγελματίες υγείας όπως διαιτολόγους, ψυχολόγους, ποδίατρους κ.ά. Η πρώτη και σημαντικότερη συμβουλή του γιατρού είναι η αλλαγή του τρόπου ζωής και της διατροφής. Στους διαβητικούς συστήνεται πάντα ειδική διατροφή κατάλληλη κατά περίπτωση άσκηση κα απώλεια βάρους ειδικά στα άτομα που είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Ο γιατρός συστήνει σε κάθε ασθενή την κατάλληλη αγωγή κατά περίπτωση και την τροποποιεί όταν χρειάζεται με σκοπό να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή ρύθμιση.

Leave a comment